Είναι οι Έλληνες Συντηρητικοί;

Χρόνια τώρα στην Ελλάδα, οι συζητήσεις για το τί πρεσβεύει ο ευρύτερος χώρος που οριοθετείται από το ‘πατριωτικό ΠΑΣΟΚ’ έως δεξιόθεν της ‘Νέας Δημοκρατίας’ έχουν αναμασηθεί δίχως όμως κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Παραταύτα, μέσα σε αυτό το συνοθύλευμα απόψεων, το σίγουρο είναι ότι δεν παρήλθε το κατά Φουκουγιάμα «Τέλος των Ιδεολογιών». Και παρόλη την εκτενή αναφορά από διαφόρους αναλυτές ότι ο άξονας Αριστεράς – Δεξιάς αποτελεί παρελθόν, ένα Ιδεολογικό κενό προβάλει πιο επίκαιρο από ποτέ έπειτα από την επικείμενη διάλυση του ακροδεξιού, ναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής.

Το κενό αυτό ιστορικά πρωτοεμφανίζεται επέκεινα της πτώσεως της στρατιωτικής δικτατορίας η οποία καταλαμβάνοντας την εξουσία με τα άρματα προέβαλλε έναν σκληρό «αντι – κομμουνισμό» εκμεταλλευόμενη την ανησυχία που είχε καταβάλει το σύνολο του δυτικού κόσμου λόγω της διεξαγωγής του Ψυχρού Πολέμου. Από τη μία, η ελληνική κοινωνία ενθυμούμενη τα φρικιαστικά γεγονότα του εμφυλίου αλλά και ένεκα της κακώς εννοούμενης «έξης» σε στρατιωτικές ανατροπές της δημοκρατίας ως συχνό φαινόμενο κατά το παρελθόν, ανέχθηκε προσωρινά τα τετελεσμένα.

Η ελληνική κοινωνία όμως εκείνης της περιόδου ήταν μία διαφορετική κοινωνία εν σχέσει με την μεταπολεμική. Η αστικοποίηση, δηλαδή η κίνηση από την ύπαιθρο στις μεγαλύτερες πόλεις προς εύρεση εργασίας, είχε σταδιακά δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες πυ είναι απαραίτητες για την δημιουργία μίας ευρύτερης μεσαίας τάξης. Η τελευταία συναποτελείτο και από μία νέα γενιά η οποία μόνον από διηγήσεις γνώρισε τα γεγονότα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και του ελληνικού εμφυλίου. Τουτέστιν, ήταν αδύνατο να μην παρασυρθεί από τα κατά Ίνγλεχαρτ ‘μετα – υλιστικά’ αιτήματα του αριστερίστικου Μάη του ‘68. Ήταν αδύνατο δηλαδή να δεχθεί να ζήσει την ζωή της πειθαρχώντας σε ένα στρατιωτικό καθεστώς μόνο και μόνο επειδή της προσέφερε θέσεις «προστασία» από τον «κομμουνιστικό κίνδυνο».

Έτσι, έπειτα από την ανατροπή της στρατιωτικής δικτατορίας καταδικάστηκαν συλλήβδην στην συνείδηση της νέας γενιάς οι όροι «Έθνος» και «Πατρίδα» διότι συνδέθηκαν αναπόδραστα με τα πρόσωπα εκείνα που τα κατεχράσθηκαν, ήτοι της Χούντας. Η επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή ως κοινά αποδεκτής φυσιογνωμίας συνοδεύθηκε με αυτό το ενοχικό και ευατοφοβικό συναίσθημα. Ο τελευταίος δημιούργησε ένα προσωποπαγές κόμμα στον χώρο της κεντροδεξιάς κάτω από ένα νεφελώδες πρόταγμα, αυτό του «ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού», διότι έτσι μόνον μπορούσε να χαλιναγωγήσει τα πάθη του «αντι – δεξιού» χώρου. Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να εμπεριείχε στους κόλπους της Συντηρητικούς πολιτικούς, Συντηρητικούς ψηφοφόρους και Συντηρητικές αντιλήψεις αλλά η ιδρυτική της διακήρυξη ήταν γενική και ασαφής. Τόσο «ριζοσπαστικός» ήταν αυτός ο «φιλελευθερισμός» που πλήθος κρατικοποιήσεων έλαβαν χώρα επί των ημερών του βάζοντας τα λιθαράκια της καταστροφής της έννοιας «επιχειρηματικότητα». Το σύνδρομο τους «κράτους της δεξιάς» διεπότιζε το «είναι» της και η απολογητική της στάση προδίκασε την κυριαρχία επικείμενου καταστροφέα της Ελλάδας, του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ). Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, δεσμευμένος από τις συνθήκες, αναγκάστηκε να ανεχθεί την ιδεολογί των ηττημένων του εμφυλίου.

Εκ συστάσεώς του το ΠΑΣΟΚ εγκαινίασε έναν πολιτικό λόγο ο οποίος ήταν αμφίσημος. Από την μία αυτοπαρουσιαζόταν από το 1974 ως ένα ριζοσπαστικό «αντι» – ιμπεριαλιστικό μόρφωμα βασισμένο στις αρχές του ακροαριστερού ΠΑΚ. Αυτό εξυπηρετούσε στην προσέλκυση των μαζών αυτών που είχαν στενοχωρηθεί από την ήττα του κομμουνιστικού στρατού κατά την διάρκεια του εμφυλίου. Από την άλλη, όσο πλησίαζε ο καιρός για να αναλάβει την ηγεσία εμφανιζόταν ως το «κίνημα της αλλαγής», ο «αντι» – δεξιός πόλος που διεκδικούσε την εξουσία. Από την μία οι διακηρύξεις του εντάσσονταν αναθεωρητικά στην έννοια του έθνους ως συλλογικής συνείδησης και από την άλλη προέβαλλε έναν «εθνικιστικό» χαρακτήρα τριτοκοσμικού τύπου με όχημά του το κράτος. Αυτός ο δημαγωγικός, πολυσυλλεκτικός λόγος, είχε ως επίπτωση την απαρχή μίας πολιτικοϊδεολογικής σύγχυσης ανάμεσα στην κοινωνία με αποτέλεσμα να ανατραπούν οποιεσδήποτε ξεκάθαρες ταυτότητες ενυπήρχαν σε αυτήν. Το κενό που αναγκάστηκε να αφήσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν τόσο μεγάλο ώστε ακόμα και η έννοια «Έθνος» να συνθεδεί με τον «Σοσιαλισμό του Ανδρέα».

Κατά την περίοδο Σημίτη, το κράτος και πάλι απετέλεσε τον δίαυλο μέσω του οποίου ανέρχονταν σε θέσεις πανεπιστημιακές άνθρωποι ιδεοληπτικοί που ανήκαν εν τη πλειοψηφία τους στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Άνθρωποι που ενώ από την μία ήταν μακριά από την πραγματικότητα του Δυτικού τρόπου σκέψης σε σχέση με το πώς πρέπει να κατανέμεται η παραγωγή στην Ελλάδα, από την άλλη υιοθετούσαν άκριτα από τη Δύση ό, τι ήταν ικανό να κάνει πιο απαραίτητη την παρουσία τους ως οργανικούς διανοουμένους. Εισήγαγαν έτσι στην Ελλάδα με τον πιο βάναυσα ψυχολογικό τρόπο την έννοια της «πολυπολιτισμικότητας». Όταν λοιπόν η Ελλάδα έπρεπε να αντιμετωπίσει με ορθολογικό τρόπο το ζήτημα της μαζικής λαθρομετανάστευσης, «η δικτατορία της δημοκρατικής πολιτικής ορθότητας», μέσω των τηλεοπτικών καναλιών, κατείχε το μονοπώλιο της καταγγελίας. Όποιος δεν ήταν όμορος με τις θέσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α αναγόταν αυτομάτως σε «φασίστα». Η απολογητική ιδεολογικά κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή του νεοτέρου, ουδεμία ιδέα είχε στο πώς θα αντικρούσει την ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Προτίμησε αντ’ αυτού να σκύψει το κεφάλι και με μπόλικη δόση ηττοπάθειας να κατασκευάσει ευκαιριακά ιδεολογήματα τύπου «μεσαίου χώρου» και να επιμένει σε αυτά, την ώρα που έπρεπε να δίνει πειστικές απαντήσεις.

Τέλος, πρέπει να γίνει αναφορά και στην τελευταία διακυβέρνηση. Η κυβέρνηση Σαμαρά ενώ επανέφερε στον δημόσιο λόγο τον πατριωτισμό και τη Συντηρητική Ιδεολογία είναι ανακόλουθη σε πάρα πολλές προεκτάσεις, όπως στη τον ορισμό στελεχών εν αναλογία του πόσο καιρό έχουν διατελέσει σε κομματικές οργανώσεις και αφισοκόλληση, στην επιμονή της πορείας προς έναν αντιφιλελεύθερο μηχανισμό, ήτοι το Ευρω – Κράτος και την δημιουργία Πρωθυπουργού της Ευρώπης, την στιγμή που όλοι οι Δυτικοί ευρωπαϊκοί λαοί είναι αναστατωμένοι με μία τέτοια προοπτική που καταλύει την αυτοδυναμία των Εθνών – Κρατών, στην υψηλή φορολογία είτε στις επιχειρήσεις είτε στις κατοικίες καταλύοντας με τον πιο χυδαίο τρόπο το προπύργιο της φιλελεύθερης και συντηρητικής ιδεολογίας, δηλαδή της Ιδιοκτησίας.

Ο ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΟΦΕΙΛΕΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙ ΣΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΑ

Εμείς, ως Έλληνες Συντηρητικοί της νέας γενιάς δεν μπορούμε παρά να ανησυχούμε βαθιά με την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα τόσα χρόνια. Και επειδή δεν υπάρχει εκ μέρους μας ούτε διάθεση απολογιτισμού αλλά ούτε χρόνος για χάσιμο επισημαίνουμε τους κύριους άξονες που οφείλει να αναδείξει η χώρα. Ως Έλληνες Συντηρητικοί δεν έχουμε καμία διάθεση να συνεχίσουμε τον άκρατο ‘μεταπρατισμό’, την εισαγωγή δηλαδή ξένων, αναμασημένων προτύπων που δεν ταιριάζουν στις ανάγκες της ελληνικής πραγματικότητας. Και για αυτό το λόγο δηλώνουμε παρόντες και απαντάμε:

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Δεν υπάρχουν ταξικές διαφορές στην Ελλάδα, δεν υπήρξαν ταξικές διαφορές στην Ελλάδα. Όλα αυτά τα σχήματα είναι πρόχειρα υιοθετημένες και εισαγώμενες μαρξιστικές έννοιες αφού ούτε βαριά βιομηχανία υπήρξε στον τόπο για να δημιουργηθεί αντιστοίχου μεγέθους εργατική τάξη που να διεκδικεί τα ανάλογα, ούτε τέτοιας εκτάσεως μεγάλη ιδιοκτησία από τους γαιοκτήμονες για να αφήνει πληθώρα δουλοπαροίκων σε αθλία κατάσταση.

Η Αριστερά τόσα χρόνια είχε συνηθίσει να μονοπωλεί την ατζέντα του ιδεολογικού διαλόγου είτε μέσω της αποδοχής της πολυπολιτισμικότητας ως ‘φυσικό φαινόμενο’ είτε καταστώντας την νέο – μαρξιστική ιδεολογία ως κυρίαρχη οπουδήποτε παραγόταν πολιτική σκέψη, δηλαδή στα πανεπιστήμια και τα Μέσα Μαζικής ‘Επικοινωνίας’. Και όχι απλά την μονοπωλούσε, κυριαρχούσε. Πιο διαβόητο υπόδειγμα από το βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού που τυπώθηκε κάτω από ‘κεντροδεξιά’ κυβέρνηση δεν υπάρχει. Οι οργανικοί της διανοούμενοι λοιπόν είχαν παντού επικρατήσει εφαρμόζοντας στην πράξη την διακήρυξη του Γκράμσι περί ‘κατάληψης των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους’ για την επικράτηση του Μαρξισμού. Τί και εάν στην Ιταλία δεν επετεύχθη αυτό ποτέ; Στην Ελλάδα των έμφυτων ιδεολογιών και των κατασκευασμένων ιδεολογημάτων αυτό κατέστη εφικτό.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥΣ ΜΕΤΑΠΡΑΤΕΣ:

Ενώ από την μία δεχόμαστε να ‘καταγούμε’ στο ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στον Εθνικιστικό Φιλελευθερισμό και τον Εθνικό Ρεπουμπλικανισμό δεν αποδεχόμαστε αναφανδόν τον κοραϊσμό. Δεν αποδεχόμαστε δηλαδή την απευθείας σύνδεση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και της επιρροής του στην Δύση ώστε να πρέπει να μιμηθούμε, να πιθηκίσουμε άκριτα οτιδήποτε προέρχεται από την Δύση επειδή ‘αυτοί είναι οι συνεχιστές του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού’ και κατά αυτόν τον τρόπο εμείς πρέπει να ξαναγίνουμε Έλληνες αφού αυτοί είναι πολιτιστικά πιο κοντά στην αρχαία Ελλάδα από εμάς.

Αντίθετα, γυρίζουμε ξανά στην παράδοσή μας και με το ‘όπλο’ της γλώσσας, η κατανόηση της οποίας είναι προνομιακός χώρος των Ελλήνων, προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά αποδίδοντάς της νέες ερμηνείες, προσαρμοσμένες στις σύγχρονες ανάγκες.

Έτσι, στην σύγκρουση Ατόμου – Κοινότητας, στην αναπόφευκτη σύγκρουση δηλαδή του Φιλελευθερισμού – Συντηρητισμού απαντάμε ερμηνεύοντας ξανά την Απολογία Σωκράτους.

Ο Σωκράτης αντιλαμβάνεται ότι ναι μεν στην Αθηναϊκή Δημοκρατία υπάρχει περιθώριο αναπτύξεως της ατομικότητος, αλλά όχι τόση ώστε να εκδηλώνει κανείς κριτική στα θεμέλιά της, να αποφασίζει ο ίδιος για το ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά που δεν επιθυμεί το Άτομο να του επιβάλει η Πολιτεία. Παραταύτα, καίτοι καταδικάζεται, αναγνωρίζει στον Κρίτωνα ότι στο έσχατο σημείο που συγκρούεται η Ατομική αξία και η Συλλογικότητα δεν είναι δυνατόν να υπάρξει δίλημμα. Δίχως την Κοινότητα το Άτομο αδυνατεί να είναι Άτομο. Είναι το πραγματικό νόημα της Σωκρατικής ρήσεως “μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν πατρὶς καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον”. Κατά την σύγκρουση Ατόμου – Κοινότητος το σύνολο έχει προτεραιότητα έναντι του μέρους, αλλά με μία μεγάλη Σωκρατική καινοτομία: το Άτομο ενσυνείδητα να επιλέγει την Κοινότητα και όχι η Κοινότητα να προαποφασίζει την επιλογή του Ατόμου.

Δεν είναι περίεργο λοιπόν που η Ελληνορθόδοξη παράδοση κατέληξε να είναι Προσωποκεντρική και όχι Ατομοκεντρική όπως στην Δύση. Ενώ η Δύση απευθύνεται αποκλειστικά στο Άτομο, στην δική μας πνευματική παράδοση το “εγώ” είναι μεν ισχυρό, αλλά εν τέλει λογοδοτεί στην Κοινότητα. (Η Οικογένεια ως θεσμός είναι μία εγγενής και σταθερή απόδειξη για τη διαφορά μας με την Δύση). Αλλά και από την Ανατολή, όπου ο αφέντης είναι πατριαρχικός και αυταρχικός και το Άτομο πλήρως υποτάσσεται στο σύνολο, έχει προφανείς διαφορές ο Ελληνορθόδοξος τρόπος ζωής.

Έτσι, και η έννοια του ‘Εθνους’ στην Ελλάδα καταλαμβάνει ταυτόχρονα στοιχεία τα οποία εκδηλώθηκαν τόσο στην Δύση, όσο και στην Ανατολή. Δεχόμαστε την συνεισφορά και την επιρροή μεγάλων ξένων πολιτικών όπως η Θάτσερ και ο Αντενάουερ, αλλά πάντα δίνοντας προτεραιότητα στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Δεν κλείνουμε τα μάτια στην προσφορά μεγάλων Συντηρητικών διανοητών όπως ο Μπερκ, ο Σκραττον, ο Σμιθ, ο Χάγιεκ, ο Πέϊν, ο Λοκ, Κασσίρερ και άλλων. Η ελληνική πολιτική τάξη τα έχει αποκρύψει. Εμείς είμαστε εδώ για να τα αναδείξουμε.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΕΥΡΩ – ΚΡΑΤΙΣΤΕΣ:

Η ηπειρωτική Ευρώπη με προεξάρχουσα την Γερμανία λειτουργεί ως ένα συνοθύλευμα κρατών, το οποίο προσπαθεί να εξαγάγει τους οικονομικούς της θεσμούς. Ήδη από την εποχή του Μπίσμαρκ η κρατικιστική παράδοση διακατείχε εξέχουσα σημασία, αφού το κράτος αναγνωριζόταν όχι η πολιτική οργάνωση της κοινωνίας, αλλά το αδιαμφισβήτητο όργανο για την ασφάλεια και τάξη των κοινωνικών σχέσεων. Ως εκ τούτου, ο σωφρονισμός, το καθήκον και η υπακοή εθεωρούντο πάντα ανώτερα εν σχέση με την ελευθερία, την ατομικότητα και την αντίθεση. Δεν πρέπει λοιπόν διόλου να προκαλεί εντύπωση η εμμονή στην συνεχή φορολόγηση και τις απαιτήσεις της πτέρυγας του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος για σωφρονισμό και υπακοή της Ελλάδας, αλλά και γενικότερα του Ευρωπαϊκού Νότου.

Σε έναν κατακερματισμένο ταυτοτικά κόσμο, η Εθνική ταυτότητα αποτελεί ανάχωμα αλλά και ανακούφιση στην συγκρότηση ενιαίων υποκειμένων. Η πιθανή διάσπασή της εκ μέρους της Γερμανίας, στην ουσία γίνεται ερήμην των Γερμανών πολιτών αφού αυτή την στιγμή δεν είναι ικανοί να αντιληφθούν ότι και η δική τους εθνική κυριαρχία απειλείται επειδή έχουν την αίσθηση ότι με αυτές τις κινήσεις αποκαθίσταται ο κόπος τους και η Γερμανία αναλαμβάνει τα ηνία της Ευρώπης ενώ στην ουσία τα εκχωρεί στο Ευρω – Κράτος, ούσα η πιο δυνατή οικονομικά να το πράξει!

Έτσι, εάν προχωρήσει περαιτέρω το εγχείρημα του υπερεθνικού οικοδομήματος, αυτό συνεπάγεται την οριστική υποταγή των Εθνών-Κρατών στις οικονομικές αποφάσεις της ΕΚΤ ανεξαρτήτως ιδιομορφιών των εθνικών οικονομιών και χάραξη στρατηγικής από την κεντρική γραφειοκρατία. Η δε εξωτερική πολιτική θα λαμβάνεται πλέον με γνώμονα τον συσχετισμό του δυισμού αυτού.

Είναι αφύσικο να υπάρχουν μηχανισμοί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που να εκβιάζουν τα Έθνη και να μην τα αφήνουν να εκφράζονται μέσω εκλογών ή δημοψηφισμάτων. Παραμένει αναπάντητο ένα ερώτημα: Πότε οι πολίτες της Ευρώπης επιζήτησαν να καταργηθεί η Εθνική κοινωνία; Η απάντηση είναι απλή… Ποτέ! Οποτεδήποτε τέθηκε εμμέσως δημοψηφισματικό δίλημμα, με μόνη την υπόνοια ότι μέρος της Εθνικής Κυριαρχίας θα παραχωρηθεί στην ΕΕ (με αποκορύφωμα το Ευρω-Σύνταγμα) οι πολίτες των χωρών αυτών απήντησαν με ένα ισχυρό ΟΧΙ. Θεώρησαν τότε οι δήθεν οραματιστές της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, ως ανώτεροι του λαϊκού αισθήματος, ότι πάση θυσία η τελευταία πρέπει να αποτελέσει έναν μετα-Ιστορικό φορέα και μετέφεραν όλες τις διατάξεις του Ευρω-Συντάγματος στη Συνθήκη της Λισσαβώνας. Η Δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο έχει καταντήσει κενή λέξη και για αυτό εμείς αντιτιθέμεθα στον Φεντεραλισμό.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΚΡΑΤΙΣΤΕΣ:

Τα Έθνη μπορούν να μεγαλουργήσουν μόνον εάν τα άτομα αφήνονταν ελεύθερα. Μεγάλο κράτος σημαίνει κορπορατισμός και κορπορατισμός σημαίνει ανελευθερία και ηθικά αλλά και οικονομικά. Ο κορπορατισμός δημιουργεί μεγάλες άβουλες συλλογικότητες εντός του έθνους. Αντί για άτομα που δημιουργούν προς όφελός του, φυτοζωούν συλλογικότητες που έχουν ανάγκη για όλο και περισσότερη ”καθοδήγηση”. Εμείς, ως Έλληνες Συντηρητικοί πιστεύουμε σε Δίκτυα και όχι σε Κέντρα, πιστεύουμε ότι τα έθνη πρέπει μόνα τους από τα κάτω να δημιουργούν την ανταγωνιστικότητά τους διότι θα το πράξουν σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Το Κράτος πράττει πάντοτε υπέρ του Κράτους και ποτέ υπέρ του Έθνους. Για αυτό και το μικρό – επιτελικό κράτος που προτείνουμε πρέπει να τίθεται στην υπηρεσία του Έθνους. Να παράσχει δηλαδή μία εθνική παιδεία που να παράγει ελεύθερους πολίτες και όχι δημοσίους υπαλλήλους.

Ο χώρος μας δεν γνωρίζει πώς να απαντήσει στην αγιοποίηση του Κράτους εκ μέρους των σοσιαλιστών που προβάλλουν το πρότυπο της θεάρεστης Σουηδίας. Κανείς εξ αυτών δεν αναφέρει το υπόδειγμα του μικρού παιδιού που απήχθη από την σουηδική αστυνομία επειδή οι γονείς του δεν συμφώνησαν με την κρατική παιδεία, το μονοπώλιο στον καπνό, στο αλκοόλ και γενικότερα στο γεγονός ότι η Σουηδική Κοινωνία κατασκευάζεται από τα άνω ούτως ώστε να συναιτίσει τους πολίτες της ‘για το καλό τους’, επειδή ‘το κράτος ξέρει καλύτερα από αυτούς’. Κανείς εξ αυτών δεν αναφέρει τις υποχρεωτικές αναφορές στο κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα στogenderneutrality. Είμαστε εδώ για να τα αναδείξουμε και να απαντήσουμε.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ:

Για να είμαστε συνεπείς οφείλουμε να γυρίσουμε στον Φουκουγιάμα και την περίφημή του ρήση περί «τέλους της Ιστορίας». Πριν καλά καλά λήξει συναισθηματικά ο Ψυχρός Πόλεμος, ξεκίνησε στη Δύση η αντικατάσταση των παλιών Ιδεολογιών με μία νέα. Η νέα αυτή Ιδεολογία χαρακτηρίστηκε «φιλελεύθερη δημοκρατία», Ιδεολογία που εισήχθη νοηματοδοτικά στον Λόγο των περισσοτέρων Ευρωπαϊκών κομμάτων.

Επέκεινα αυτού, η Εθνική κοινωνία υπονομεύθηκε με τέτοια δυναμική από το κεντρώο φάσμα, χαρίζοντας την «επιστημονικότητα» της αποδομήσεως στην σοσιαλφιλελεύθερη αριστερά. Εάν υποθέσουμε ότι αυτό έγινε για να καταπνιγεί ο μελλοντικός ολοκληρωτισμός από την ανάδυση ακροδεξιών στοιχείων που με τη σειρά τους είχαν αιματοκυλήσει την Ευρώπη, είναι προφανές ότι το εγχείρημα τούτο κάπου έχει αποτύχει.

Η Εθνική κοινωνία υποτίθεται ότι θα αποδομείτο εάν ο άνθρωπος ζούσε με ευμάρεια, θα ξεχνούσε την συλλογική του ταυτότητα και θα την αντικαθιστούσε με την ατομική. Έπειτα εισήχθησαν μετανάστες με στόχο να καλύψουν την κατώτερη τάξη (ρίχνοντας τους μισθούς) και εφόσον ο Ευρωπαίος ήταν οικονομικά εύρωστος θα ήταν και επαρκώς ανοιχτόμυαλος να υποδεχθεί με ανοιχτές αγκάλες την καινούργια παγκόσμια πολυπολιτισμική κοινωνία.

Όμως αυτό το εγχείρημα σιγά – σιγά αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο, διότι τα κοινωνικά πειράματα στην πλάτη των κοινωνιών δημιουργούν εκτρώματα. Είμαστε υπέρ μίας ενιαίας και κυρίαρχης εθνικής κουλτούρας που αντιτάσσεται στον ολοκληρωτισμό της μαζικής ομογενοποίησης των εθνών και για αυτό το μεταναστευτικό ζήτημα οφείλουμε να το αντιμετωπίσουμε με προσοχή ούτως ώστε να μην διασαλεύεται η κοινωνική ειρήνη.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΚΑΚΩΣ ΕΝΝΟΟΥΜΕΝΟ ΚΟΜΜΑΤΙΣΜΟ:

Τα κόμματα, εκφραστές κοινωνικών αιτημάτων, αδυνατούν πλέον να εκφράσουν τα ταξικά συμφέροντα, αλλά γενικά μάλλον τα οποιαδήποτε συμφέροντα. Επιπρόσθετα, έχουν χάσει και σε δύο ομάδες του πληθυσμού, αριθμητικά σημαντικότατες, τα ερείσματά τους. Την νέα γενιά και τις ανοργάνωτες μάζες. Οι πλειοψηφίες αυτές που έως τώρα μισοκοιμούνταν κάτω από την αιγίδα των κομμάτων, είναι πιο ορατός από ποτέ ο κίνδυνος να μεταμορφωθούν σε μία μοναδικά μεγάλη άμορφη μάζα έξαλλων ατόμων που να απαξιώνουν όλους τους φορείς.

Χρόνια τώρα, ο Λόγος που αρθρώνεται από τα κόμματα, αναδιπλώνεται κατά το δοκούν (χρηστικά) και όχι ως Λόγος που εκφράζει τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών. Η συνέργεια των πολιτικών κομμάτων από την άλλη με τον επιχειρηματικό κόσμο, τη στιγμή που ο πολίτης αισθάνεται ανίκανος να κυνηγήσει το μόνο εναπομείναν «αξιακό» όνειρο του σε μία εργαλειακή Ευρωπαϊκή οικονομία του στείρου αποτελέσματος, προκαλεί οργή που συχνά αποκωδικοποιείται ως ψήφος σε δημαγωγούς.

Η καταστροφική ροή σε έναν παρεοκρατικό καπιταλισμό αντιστρέφεται μόνο με την συμμετοχή νέων ανθρώπων στα κοινά, με νέες Ιδέες, βγαλμένοι από τα σπλάχνα των κοινωνιών και όχι από κάποιον κομματικό σωλήνα. Το προοδευτικό δεν είναι προοδευτικό μόνο στο όνομα.

 

Pin It on Pinterest

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com