Νοέμβριος 1916 η εξέγερση των επιστράτων

Μία εντελώς ξεχασμένη αλλά επική στιγμή της πρόσφατης ιστορίας μας είναι η εξέγερση των επιστράτων τον Νοέμβριο του 1916. Οι επίστρατοι υπήρξαν το πρώτο μαζικό κίνημα – κοντά 200. 000 μέλη – στην ιστορία της νεώτερης Ελλάδος και ο ξεσηκωμός τους με σκοπό την απόκρουση των ανταντικών στρατευμάτων, στάθηκε η μοναδική φορά στην ιστορία μας, που ο λαός μας ξεσηκώθηκε σπρώχνοντας την ηγεσία του σε αντίσταση εναντίον των προστάτιδων δυνάμεων (βλ. νταβατζήδων). Το θλιβερό της υπόθεσης είναι, ότι τα κόμματα που κινούνται στον λεγόμενο πατριωτικό χώρο είτε αγνοούν την ιστορία, είτε σιωπούν, διότι έχουν υιοθετήσει την καθεστωτική – βενιζελική – κεντροαριστερή αφήγηση. Και εντάξει, κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο από την ΝΔ. Το κόμμα αυτό έχει αποποιηθεί την ιστορία του. Όμως ο λεγόμενος εθνικιστικός χώρος;

Τα γεγονότα

Η Ελλάς από την έναρξη του Α Παγκοσμίου πολέμου είχε ως επίσημη πολιτική της την ουδετερότητα. Αυτό δεν άρεσε στους δυτικούς συμμάχους, οι οποίοι ήθελαν να παρασύρουν την Ελλάδα στον παγκόσμιο πόλεμο, χωρίς εγγυήσεις περί εδαφικής ακεραιότητας και χωρίς σαφείς δεσμεύσεις. Μετά την – από τον Βενιζέλο – αντισυνταγματική πρόσκληση Ανταντικών στρατευμάτων στο Ελληνικό έδαφος, οι σύμμαχοι κατέλαβαν την Θεσσαλονίκη και επέβαλαν στρατιωτικό νόμο, καταργώντας στην πράξη την ελληνική ουδετερότητα. Ακολούθησαν μήνες έντονων πιέσεων προς την ελληνική βασιλική κυβέρνηση με κάθε είδους απαιτήσεις, οι οποίες κλιμακώθηκαν με ναυτικό αποκλεισμό που στόχευε στην εκβίαση της νόμιμης ελληνικής κυβέρνησης. Με το βενιζελικό πραξικόπημα της Θεσσαλονίκης (το οποίο επέζησε χάρη στην επέμβαση των Γαλλικών δυνάμεων κατοχής υπό τον στρατηγό Σαράϊγ) οι πιέσεις προς την επίσημη ελληνική κυβέρνηση εντάθηκαν δραματικά. Οι σύμμαχοι τώρα απαιτούσαν την παράδοση του συνόλου του ελληνικού οπλισμού και το σύνολο των ελαφρών πολεμικών σκαφών του βασιλικού ναυτικού. Ουσιαστικά οι σύμμαχοι εξωθούσαν τα πράγματα στα άκρα: στην εκθρόνιση του βασιλιά Κωνσταντίνου.

Αρχικώς, ο Βασιλιάς προσπάθησε να κερδίσει χρόνο ικανοποιώντας κάποια αιτήματα των συμμάχων. Η επίθεση όμως των Βενιζελικών στην Κατερίνη- υπό τον Πλαστήρα, τριάντα χρόνια πριν το Λιτόχωρο – με σκοπό την κατάληψη της Θεσσαλίας, οδήγησε σε αποτυχία κάθε διαπραγμάτευση. Το ποτήρι ξεχείλισε όταν ο ναύαρχος Νταρτίς ντι Φουρνέ απείλησε με στρατιωτικά μέτρα, αν δεν του παραδίδονταν άμεσα 10 πυροβολαρχίες. Στο συμβούλιο του στέμματος που ακολούθησε επικράτησαν αυτοί που ήθελαν ένοπλη αντίσταση στις απαιτήσεις της Αντάντ.

Πράγματι, από τις 17 Νοεμβρίου 1916 (παλιό ημερολόγιο) χιλιάδες άνδρες έτρεξαν να υπακούσουν στην έκκληση του βασιλιά τους και να πάρουν όπλα. Επρόκειτο γι αυτούς που είχαν αποστρατευτεί – βάσει απαίτησης των συμμάχων – και είχαν οργανωθεί σε συλλόγους επιστράτων. Αυτοί ήταν οι επίστρατοι και αυτοί απόκρουσαν την Αγγλογαλλική απόβαση στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου. Οι Αγγλογάλλοι προσπάθησαν μάταια να καταλάβουν κεντρικά σημεία σημεία των Αθηνών, στρατιωτικές αποθήκες και αυτό ακόμα το παλάτι. Αποκρούσθηκαν με πολλές απώλειες, από τους επίστρατους.

Τελικά, έφυγαν με σκυμμένο το κεφάλι, ηττημένοι από τον λαό των Αθηνών. Ακολούθησε πογκρόμ εναντίον των γνωστών Βενιζελικών, δικαιολογημένο όμως από τα γεγονότα, εφόσον οι Βενιζελικοί, ταμπουρωμένοι σε ταράτσες σπιτιών, πυροβολούσαν τους Έλληνες επίστρατους. Δυστυχώς, υπήρξαν και βίαιες αντιδράσεις εις βάρος μικρασιατών προσφύγων, οι οποίοι θεωρούνταν ως υπαίτιοι του εθνικού διχασμού.

Η εξέγερση των επιστράτων και το νόημά της

Τα λίγα στοιχεία που έχουμε για αυτή την εποχή υπονοούν τους Ιωάννη Μεταξά και Δημήτριο Γούναρη ως οργανωτές, εμψυχωτές και υποκινητές στην εξέγερση των επιστράτων. H συνέχεια πάντως, δεν ήταν το ίδιο ηρωική. Η τρόικα της εποχής ανάγκασε τελικά την Ελληνική βασιλική κυβέρνηση σε πράξεις υποτέλειας, όπως η απόδοση τιμών στις σημαίες των δυνάμεων (που είχαν όμως ηττηθεί από τους επίστρατους), εκβιάζοντας με όπλο τον ναυτικό αποκλεισμό και την πείνα.

Ωστόσο, ολόκληρη εκείνη η περίοδος του εθνικού διχασμού αποτελεί μια ηρωική παρένθεση στην από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους κλασική υποτέλεια των ελληνικών κυβερνήσεων απέναντι στις μεγάλες δυτικές δυνάμεις. Οι Γούναρης, Σκουλούδης, Λάμπρος υπήρξαν πρωθυπουργοί που έδωσαν μαθήματα εθνικής υπερηφάνειας και ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής, καθώς επιχείρησαν να κρατήσουν την χώρα έξω από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, διαπραγματευόμενοι τους όρους με τους οποίους θα μπορούσε η Ελλάς να συμμετάσχει.

Οι επίστρατοι υπήρξαν το αποκορύφωμα εκείνης της ηρωικής αντίστασης στις πιέσεις και τους εκβιασμούς των δυτικών δυνάμεων, οι οποίες ήθελαν να μας σπρώξουν στον πόλεμο με αόριστες μόνον υποσχέσεις και χωρίς καμία εγγύηση. Τελικά, όπως απέδειξε η πορεία των γεγονότων, οι επίστρατοι απέτυχαν. Η Ελλάς, όχι μόνο σύρθηκε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο – με τα γνωστά αποτελέσματα της μικρασιατικής εμπλοκής και τελικά καταστροφής – αλλά και ο Βασιλεύς εκθρονίστηκε και η νόμιμη κυβέρνηση ανετράπη για να έρθει στην εξουσία η Βενιζελική παράταξη με τα αγγλογαλλικά όπλα.

Όμως, οι επίστρατοι δεν χάθηκαν. Τους ξαναβρίσκουμε λίγα χρόνια αργότερα να εφορμούν προ της Άγκυρας. Επιπλέον, αναγνωρίζουμε σε αυτούς το ουσιαστικό κοινωνικό στήριγμα του Μεταξικού καθεστώτος. Αλλά τελικά, ποιο υπήρξε το αληθινό νόημα της εξέγερσης των επιστράτων; Σε μια πρώτη ανάγνωση η εξέγερση αυτή είχε το νόημα μιας εμφύλιας σύγκρουσης μεταξύ δυο διαφορετικών πολιτικών παρατάξεων. Σε μια δεύτερη, αναγνωρίζει κανείς και το ταξικό υπόβαθρο.

Μικροαστοί και αγρότες ήταν η κοινωνική σύνθεση των επιστράτων. Όταν τους κάλεσε ο Βασιλιάς, γράφει ο Πάξτον Χίμπεν, Αμερικανός αναταποκριτής τότε, το κέντρο της Αθήνας γέμισε από χωριάτες με σκαμμένα πρόσωπα που έρχονταν με τα πόδια στην Αθήνα από τα Μεσόγεια. Από την άλλη το κόμμα των φιλελευθέρων είχε στις τάξεις του τα πιο δυναμικά και ανερχόμενα στοιχεία του πληθυσμού και βεβαίως τους Έλληνες της διασποράς, τους Μικρασιάτες και Αιγιπτιώτες εμπόρους με τα κεφάλαια τους. Η καχυποψία ήταν αμοιβαία. Όχι μόνο δυο τάξεις. Αλλά και δύο κόσμοι. Από την μια η παλιά Ελλάδα, η αγροτική, η μικροαστική, η συντηρητική και από την άλλη η κοσμοπολίτικη Ελλάδα των εμπόρων της διασποράς και των αστικών στρωμάτων που έβλεπαν τον πόλεμο και τα πιθανά εδαφικά κέρδη ως ευκαιρία να επεκτείνουν τις δουλειές τους. Μοιραία, η αμοιβαία αντιπάθεια θα οδηγούσε στον διχασμό και την σύγκρουση. Αν όμως σκάψει κανείς πιο βαθιά, θα αναγνωρίσει στον εθνικό διχασμό και την ίδια την ταυτοτική αβεβαιότητα- το υπαρξιακό, αν θέλετε, δράμα της Ελλάδος – σε όλη του την τραγικότητα.

Τι είναι η Ελλάς; Είναι Ανατολή η Δύση. Πίσω από τις αντιμαχόμενες παρατάξεις του εθνικού διχασμού κρύβεται η προσπάθεια να δοθεί μια απάντηση σ αυτό το υπαρξιακό ερώτημα που ορίζει τη μοίρα μας και το οποίο ανακύπτει συνεχώς, έστω και αν πιστεύουμε ότι το έχουμε κλείσει με το γεωπολιτικό δόγμα υποταγής «ανήκομεν εις την Δύσιν». Ωστόσο, τόσο οι επίστρατοι όσοι και οι φιλελεύθεροι ήταν μεγαλοϊδεάτες, έστω και με διαφορετικούς τρόπους, έστω και από άλλες αφετηρίες. Η μεγάλη ιδέα της συνένωσης των ελληνικών κοινοτήτων υπό την σημαία ενός κράτους με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, ποτέ δεν έπαψε να συνεγείρει τις καρδιές των Ελλήνων. Η όποια αντίθεση μας με την Μικρασιατική Εκστρατεία, έχει να κάνει μόνο με τους όρους κάτω από τους οποίους αυτή έλαβε χώρα και τελικώς μοιραία οδήγησε στην συντριβή του οράματος της Μεγάλης Ιδέας. Θα επανέλθουμε σε επόμενο άρθρο…

Pin It on Pinterest

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com