Μία ιστορία από το μέλλον

Την ώρα που διαβάζεις αυτές τις γραμμές, ας υποθέσουμε ότι ένας κινηματογραφικός στροβιλισμός ανασηκώνει το χώρο, μεταλλάζοντας τον χρόνο στον όποιο βρίσκεσαι. Είσαι στο απώτατο μέλλον. Και θα ήθελα, αν έχεις την δυνατότητα να μου πεις τι βλέπεις: 

 

– Βγαίνω από το τον 345ο όροφο του τρίτου συγκροτήματος ουρανοξυστών στα προάστια μιας κωμόπολης. Μου παίρνει γύρω στο ένα λεπτό να πατήσω στο έδαφος εξερχόμενος του οικήματος. Αν κρίνω από το μέγεθος, ίσως να υπάρχουν περίπου 200 πατώματα πάνω από αυτό που μένω εγώ. Περπατάω σε ένα πεζοδρόμιο που μοιάζει με παραδοσιακό καλντερίμι, πέραν των ορίων απλώνεται πρασινάδα και πιο μακριά λογιών-λογιών λουλούδια συντροφεύουν τον περίπατο. Τα κτήρια είναι όντως τεράστια και μαύρα. Επικρατεί απόλυτη ησυχία. Ο μόνος τρόπο να μετακινηθείς είναι αιωρούμενος με κάποια μηχανή, είτε από τα έγκατα της πόλης, με κάποιο είδος μετρό που αγγίζει τεράστιες ταχύτητες και δεν πατάει στις ράγες.

 

– Είναι εντυπωσιακό πως δεν υπάρχουν ζητιάνοι ή πλανόδιοι. Ένα κρατικό πρόγραμμα έχει χτίσει καταλύματα, με νερό, φαγητό και ανέσεις μέσου ανθρώπου της εποχής που ήμουν πριν. Το κινητό (αν θα μπορούσα να το πώ έτσι) εξυπηρετεί όλες τις συναλλαγές με εικονικά χρήματα, αν και μάλλον δεν έχει σημασία, αφού τίποτα δεν κοστίζει πραγματικά. Η πληθώρα τροφών από εξελιγμένα θερμοκήπια παντός τύπου, και η ευρεία πλέον χρήση του συστήματος των αστροναυτών για το νερό έχει προσφέρει αυτάρκεια σε κάθε ξεχωριστή πόλη.

 

– Οι άνθρωποι δεν ανταλλάζουν κουβέντες. Δεν χάνονται στο δρόμο. Δεν συνωστίζονται. Τα επιτηδευμένα πεζοδρόμια είναι σαν να ανήκουν στον καθένα ξεχωριστά. Μαγαζιά διασκέδασης δεν υπάρχουν. Μετρητές καταγραφής των συστατικών του σώματος βοηθούν στην αυτορρυθμίζουν τα αισθήματα. Κατάλληλες δόσεις από ποικίλα ναρκωτικά μεταβάλουν αυτομάτως την διάθεση. Είναι τα πάντα επιτρεπτά. Ο καθένας έχει φτιάξει το παλάτι των απολαύσεων στο μυαλό του. Κυβερνητικό πιλοτικό πρόγραμμα μελετά τώρα την τηλεμεταφορά. Που και πού, εμφανίζονται τυχαία σε λάθος μέρη άνθρωποι. Είναι πιλοτικό το πρόγραμμα.

 

– Καθώς περιδιαβαίνω εδώ και εκεί, ανάμεσα με σε γιγαντιαία πολυπληθή κτήρια, μοναξιά σκεπάζει τους δρόμους. Και είναι περίεργο. Έχει δένδρα και καρπούς, και παγκάκια, και δάση δίπλα-δίπλα στη πιο εξελιγμένη αρχιτεκτονικά περιοχή. Πάω να κόψω ένα φρούτο. Ένα ευγενέστατος κύριος με αποτρέπει και μου προσφέρει ένα άλλο που είχε στη σακούλα του. Μου εξηγεί πως μία πρωτοφανής νόσος έπεσε στα δένδρα και καλό είναι να μην τρώγονται πλέον οι καρποί τους.

 

 

– Α! Βρήκα κάποιον που κάθεται μόνος. Θα του πιάσω συζήτηση. Φαίνεται φιλικότατος.
«-Τι κάνεις φίλε; Χαίρομαι που σε βλέπω! Τι εντυπωσιακή θέα!
-Καλημέρα σας κ. Άντερσον. Κι εμείς χαιρόμαστε που σας βλέπουμε. Ανησυχείτε για την επόμενη παράδοση; Με τα νέα συμπυκνωμένα αγαθά, θα καταπίνετε μόνο μία φορά κάθε μέρα.
– Μα, δεν είχα πρόβλημα με το στομάχι μου, τρώγοντας δύο φορές. Ξέρετε αναρωτιόμουν…
– Θα έχετε όμως στο μέλλον κύριε. Το εξετάσαμε προσεκτικά. Τα νέα τρόφιμα είναι επανάσταση. Δεν υπάρχει κανείς στο δρόμο, γιατί δεν χρειάζεται να υπάρξει κάποιος κύριε. Όλα είναι στο μυαλό σας κύριε. Κι αυτό γιατί αρνηθήκατε το δισκίο μορφίνης προ δύο ωρών. Έχετε εξαντλήσει τα βήματα της ημέρας. Θα σας επιστρέψω εγώ σπίτι.
-Που ξέρατε ότι ενδιαφερόμουν για τους άλλους ανθρώπους;
– Ξεχάσατε και άλλο δισκίο κ. Άντερσον. Εσείς ο ίδιος δεν επιθυμήσατε κάποτε να σταματήσει ο ατέλειωτος πόλεμος; Τον σταματήσαμε. Σταματήσαμε την κίνηση στους δρόμους. Σταματήσαμε τις αρρώστιες. Σταματήσαμε την άχρηστη διαφωνία. Έχετε τρόφιμα προορισμένα για εσάς. Σπίτι για εσάς. Απόλυτη ελευθερία για εσάς. Επιλέγετε μόνο ό, τι θέλετε. Επιτέλους κ. Άντερσον, ζείτε ελεύθερα.
– Γιατί γελάτε; Τι είπα που σας έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση;
– Έχετε ξεχάσει πολλά δισκία κ. Άντερσον σήμερα. Θα επιστρέψουμε στο σπίτι σας τώρα. Ευτυχώς.»

 

– Ο άνθρωπος που μίλησα ήξερε άπειρες γλώσσες. Περάσαμε πάνω από τέσσερα ή έξι διαφορετικά είδη κλίματος αν μέτρησα σωστά. Είναι περίεργο. Δεν αισθάνθηκα ούτε το κρύο, ούτε τη ζέστη. Δεν μπορούσα να του ξαναμιλήσω, ώστε να ρωτήσω. Γύρισα στο σπίτι.

 

 

Θυμίζει νομίζω ένα τραγούδι των Α/Ε η παραπάνω ιστοριούλα:
 

«Βλέπω ανθρώπους να ζούνε σε παράδοξους κόσμους
μακριά από τη φύση και τους φυσικούς νόμους
σε συνθήκες πνευματικού σκότους, γεννούν απογόνους
και τους μαθαίνουν στους ίδιους αφύσικους τρόπους.

 

 

Έτσι γεννιούνται και πεθαίνουν δίχως δίψα για γνώση.
Κανείς δεν ξέρει να βιώσει, μόνο να επιβιώσει,
αφού αυτά που μαθαίνει είναι αυτά που κρατά.
Είναι τα ίδια που περνάνε από γενιά σε γενιά.»

(Θα ‘ναι ένας μακρύς βαρύς χειμώνας)

 

 

Ταπεινή γνώμη του blogger είναι πως οι δυσάρεστες συνθήκες διαβίωσης, είτε λέγεται κίνηση στον δρόμο, είτε μη διαχωρίσιμο άγχος, είτε οτιδήποτε θέλει ο καθένας να προσθέσει, είναι αρκετά ανθρώπινες συνθήκες. Ανθρώπινες όχι ως κατ’ ουσίαν ιδανικές, αλλά τουλάχιστον γονιμότερες από μία μελλοντική ρυθμισμένη κοινωνία. Κάθε επιλογή που κάνουμε, αν την τραβήξουμε στα ακρότατα όρια της, μπορεί να είναι εν τέλει καταστροφική. Και η φιλοσοφία, αυτή η σκοτούρα των εξορισμένων κάτω από τεράστιες βιβλιοθήκες, ή των εμμονικών θρησκόληπτων, μπορεί να μην δίδει λύσεις, αλλά επαναξιολογεί τις σταθερές. Φιλοσοφώντας, ενεργοποιείται η λογική χάριν του παραλόγου. Είναι ίσως το ίδιο αιώνιο ερώτημα, μόνο λίγο τροποποιημένο: Πόση και τί ελευθερία αντέχεις;

Pin It on Pinterest

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com