14.8 C
Athens
Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021

Buy now

spot_img

Η Ελλάδα και η δύναμη της αρνητικής σκέψης

Άλλοτε λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης. Τόσο οι αγορές όσο και διαμορφωτές της κοινής γνώμης έδειχναν να συμφωνούν ότι η Ελλάδα θα κατέρρεε, συμπαρασύροντας την ευρωζώνη. Τα ελληνικά ομόλογα, τα οποία πριν από λίγους μήνες τιμολογούνταν μόλις λίγες μονάδες βάσης πάνω από τα γερμανικά, ασφαλίζονται σήμερα έναντι του κινδύνου χρεοκοπίας της χώρας ακριβότερα από τον αντίστοιχο τίτλο του Πακιστάν. Ο μιμητισμός παίζει σημαντικό ρόλο και οι συμμετέχοντες στην αγορά συνήθως ακολουθούν την αγέλη.

Άραγε όμως φτάνει αυτό για να εξηγηθεί ο αρνητισμός προς την Ελλάδα; Οι νευροεπιστήμες μπορούν να μας διδάξουν πολλά ως προς το τι είναι αυτό που επηρεάζει τις νοητικές μας ικανότητες, βοηθώντας μας να καταλάβουμε την ελληνική κρίση. Πρώτα απ΄ όλα, οι «ακραίες κρίσεις» αποδίδουν. Το νευρικό σύστημα του ανθρώπινου οργανισμού, όταν αναμένουμε κάποια επιβράβευση, ενεργοποιείται πολύ νωρίτερα από εκείνο που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση του κινδύνου. Οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί και διαμορφωτές γνώμης γνωρίζουν ότι η επιβράβευση κάποιου που προβλέπει ακραία αποτελέσματα είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη ενός άλλου που απλώς αρκείται σε αναλύσεις των δεδομένων.

Με άλλα λόγια, ένας αρθρογράφος επωφελείται πολύ περισσότερο από την πρόβλεψη ενός «δυσοίωνου» γεγονότος από ό,τι αν ασχοληθεί με τα δεδομένα τα οποία οδηγούν σε ένα περίπλοκο και αβέβαιο συμπέρασμα. Επομένως μια απόλυτη πρόβλεψη περί «ενδεχόμενης κατάρρευσης του ευρώ» θα ανταμειφθεί με δημοσιογραφική επιτυχία και αναγνώριση από τον πνευματικό κόσμο. Και αν αποδειχθεί λανθασμένη, μπορεί να μη γίνει καν αντιληπτή.

Άλλο ένα πρόβλημα είναι η στενή πλαισίωση των επιλογών και η αυξανόμενη εξειδίκευση των σημερινών επιστημόνων. Αυτό επηρεάζει τις επιλογές των επενδυτών σε μεγάλο βαθμό, καθώς τείνουν να ενεργούν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη το περιβάλλον τους. Σκέφτονται μέσα σε «κουτάκια» και συχνά αδυνατούν να «συνδέσουν τις τελείες». Για παράδειγμα, πριν από τις 2 Μαΐου, όταν η κυβέρνηση της Αθήνας τελικά υπέγραψε τη συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ενωση, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οι αγορές ήταν πεπεισμένες για την αφερεγγυότητα της Ελλάδας, αρνούμενες να πιστέψουν ότι η πολιτική θα μπορούσε να επιβληθεί στην οικονομική πραγματικότητα.

Για να το θέσουμε πιο απλά, δεν ένωσαν τις τελείες μεταξύ της πολιτικής και της οικονομίας. Αν και ο εγκέφαλός μας βιολογικά δεν λειτουργεί με διχοτομικό τρόπο, η δυαδική σκέψη αποτελεί την προτιμητέα μέθοδο του εγκεφάλου, καθώς η κατηγοριοποίηση των γεγονότων με όρους επιτυχίας/αποτυχίας, συνεργασίας/ ανταγωνισμού, λογικού/ παράλογου κτλ., είναι πολύ πιο εύκολη. Για αυτόν τον λόγο, ανεξαρτήτως πλαισίου, μια προσεκτική («εξαρτάται από») εξήγηση ποτέ δεν θα είναι εξίσου πειστική με μια ξεκάθαρη γνώμη («ναι» ή «όχι»). Αναλόγως, τείνουμε να μην παρουσιάζουμε μια ωραιοποιημένη εικόνα της περίπλοκης πραγματικότητας, αλλά προτιμούμε την εκδοχή των ακραίων αποτελεσμάτων. Αυτό αφήνει ελάχιστο χώρο στην ανάλυση των δεδομένων κατά τη διαδικασία της μεταρρύθμισης, με τις αναπόφευκτες επιτυχίες και αποτυχίες της.

Μετά υπάρχει ακόμη ένα πρόβλημα: Εμείς οι άνθρωποι τείνουμε να σχηματίζουμε τη γνώμη μας βασιζόμενοι στη διαίσθησή μας και μετά ψάχνουμε για αποδείξεις στις οποίες θα τη στηρίξουμε. Οταν κάποιος επιβεβαιώνει τις απόψεις μας, αυτές ενισχύονται από το σύστημα επιβράβευσης του εγκεφάλου μας και αναζητούμε περαιτέρω στοιχεία που θα τις επικυρώσουν, απορρίπτοντας όποιες αντικρουόμενες πληροφορίες. Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό έγινε αντιληπτό με τις διαδηλώσεις, οι οποίες παρουσιάστηκαν ως μια αποφασιστική καμπή πριν από την κατάρρευση του κράτους. Αλλά η αλήθεια βρίσκεται στην άλλη άκρη. Με σχετικούς όρους, οι διαδηλώσεις μέχρι στιγμής ήταν μικρές: μόλις 50.000 άνθρωποι συμμετείχαν από έναν πληθυσμό 11 εκατομμυρίων πολιτών. Αυτό, φυσικά, μπορεί να αλλάξει αλλά οι ευρωσκεπτικιστές θέλουν να αγνοούν τα στοιχεία που μπορεί να αντικρούουν την άποψή τους.

Φαίνεται λοιπόν ότι ο τρόπος που διυλίζουμε τις πληροφορίες πριν από μια σημαντική οικονομική απόφαση επιδεινώνει τις αρνητικές τάσεις των αγορών. Τα πρόσφατα γεγονότα στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές επιτέλους έκαναν τους ευρωπαίους πολιτικούς να ανασκουμπωθούν. Οι πολιτικές της δημοσιονομικής λιτότητας δεν θα αναβάλλονται πια και οι επώδυνες δομικές μεταρρυθμίσεις θα εφαρμόζονται. Οι απαιτούμενες προσαρμογές θα είναι δύσκολες και θα χρειαστούν πολύ χρόνο. Μπορεί να χρειαστεί και αναδιάρθρωση του χρέους. Παρ΄ ότι υπάρχουν πολλοί άγνωστοι παράγοντες, τίποτε δεν υποδεικνύει ότι η κατάρρευση της Ευρώπης είναι αναπόφευκτη ή ότι η Νότια Ευρώπη είναι αδύνατον να δεχθεί μεταρρυθμίσεις. Μπορεί η Ευρώπη να καταφέρει να βγει από την ελληνική δίνη και στο τέλος να αποδειχθεί ακόμη πιο δυνατή.

– Ο κ. Τιερί Μαλερέ είναι επικεφαλής των δικτύων και έρευνας στην ΙJ Ρartners, επενδυτική εταιρεία με έδρα τη Γενεύη.

– Ο κ. Ολιβιέ Ουλιέ είναι καθηγητής Νευροεπιστημών στο Πανεπιστήμιο της Προβηγκίας και επιστημονικός σύμβουλος στο Κέντρο Στρατηγικών Αναλύσεων της Γαλλίας. πηγή: Περιοδικό manager Τεύχος #21

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ακολουθήστε μας

14,087ΥποστηρικτέςΚάντε Like
507ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
288ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
3,270ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Διαφήμιση -spot_img

ΤΑ ΠΙΟ ΠΡΟΣΦΑΤΑ