Η δίκη των εξ

Στις 15 Νοεμβρίου του 1922 με την εκτέλεση των εξ στο Γουδί πέφτει η αυλαία της μικρασιατικής περιπέτειας του έθνους η οποία οδήγησε στην καταστροφή. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε γι αυτή την κατ ευφημισμόν δίκη αν πρώτα δεν αναφερθούμε με δυο λόγια έστω στην μικρασιατική εκστρατεία.

Όπως λοιπόν γράφαμε στο προηγούμενο άρθρο μας, δημοσιευμένο και αυτό από το ΔΙΕΣΥ, ο πραγματικός υπεύθυνος της καταστροφής ήταν ο Βενιζέλος. Για τρεις κυρίως λόγους: επειδή πρώτον γνώριζε από το 1915 ( έκθεση Μεταξά) τις τεράστιες δυσχέρειες μιας στρατιωτικής επιχείρησης στην Μικρασία. Δεύτερον, επειδή είχε τις κατηγορηματικές αρνήσεις όλων των κορυφαίων ξένων στρατιωτικών και διπλωματών ( Φως, Τσώρτσιλ, Ουΐλσον) να συνδράμουν είτε στρατιωτικώς είτε οικονομικώς το εν λόγω εγχείρημα και παρά όλ’ αυτά το επιχείρησε τυχοδιωκτικά, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Και τρίτον επειδή δεν θέλησε να λάβει υπόψη του τον ανταγωνισμό των δυνάμεων Αγγλίας – Γαλλίας (η Γαλλία έβλεπε τον Ελληνικό στρατό ως το όργανο επιβολής της Αγγλικής πολιτικής στην μέση ανατολή και φυσικά δεν είχε καμία διάθεση να συνεργήσει εναντίον των δικών της συμφερόντων) αλλά και την κάθετη αντίθεση της εξαπατημένης Ιταλίας( οι σύμμαχοι της είχαν υποσχεθεί την Σμύρνη προκειμένου να περάσει στο στρατόπεδο της Αντάντ). Ξεκάθαρα λοιπόν, ο Βενιζέλος ενήργησε τυχοδιωκτικά βασιζόμενος στο άστρο του και την προσωπική του γοητεία με την οποία υπολόγιζε πως θα καταφέρει να πείσει τον Λόυντ Τζώρτζ.

Δεν τα κατάφερε όμως και μοιραία πήγε σε εκλογές τις οποίες έχασε καθαρά,κυρίως εξαιτίας της ταπείνωσης που έφερε βαρέως ο ελληνικός λαός, όταν οι Βενιζελικοί με τις λόγχες των Αγγλογάλλων κατέλαβαν στα 1917 την εξουσία. Όπως έχουμε ξαναπεί οι έξι καταδικάστηκαν διότι κλήθηκαν να φέρουν εις πέρας την Βενιζελική μικρασιατική πολιτική μέχρι το απώτατο όριο της που αναπόφευκτα( όπως έδειχνε το υπόμνημα Μεταξά στα 1915) έμελλε να είναι η εκστρατεία προς την Άγκυρα. Σημειώστε εδώ ότι η στρατιά θεωρούσε επιβεβλημένη την επιχείρηση προς την Άγκυρα ήδη από τον Ιούλιο του 1920, ενώ και ο ίδιος ο Βενιζέλος το ομολογεί αυτό στην τελευταία του επιστολή προς τον Λόιντ Τζωρτζ αρχές Οκτωβρίου του 1920. Οι έξι όχι μόνο δεν παρέδωσαν ελληνικό έδαφος σκοπίμως και με δόλο στον εχθρό, όπως έλεγε το στημένο κατηγορητήριο, αλλά συγκρότησαν την μεγαλύτερη στρατιά από καταβολής ελληνικού έθνους σε ένα τιτάνιο έργο, που μπόρεσε να επιτευχθεί μόνο χάρη στο κύρος του στρατηλάτη Βασιλιά Κωνσταντίνου και στο φρόνημα που ενέπνεε η παρουσία στο πεδίο της τιμής.

Πόσο νόμιμη και πόσο δίκαιη ήταν η συγκεκριμένη «δίκη»;

Πάμε τώρα στα γεγονότα. Οι συνωμότες Πλαστήρας και Γονατάς αφού εγκατέλειψαν τις θέσεις τους προ του εχθρού, χωρίς ουδέποτε να απολογηθούν γι αυτό, πραξικοπηματικά ανέτρεψαν την νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση και εξανάγκασαν σε εξορία τον λαοφιλή Κωνσταντίνο με το παιδαριώδες σκεπτικό ότι έτσι θα αποκαθίστατο η συμμαχία μας με την Αντάντ. Επρόκειτο για την Βενιζελική προπαγάνδα όπως αυτή διεκινείτο από τις αμυνίτικες εφημερίδες της Κωνσταντινούπολης υπονομεύοντας την εθνική προσπάθεια. Στην συνέχεια,Πλαστήρας, Γονατάς και Πάγκαλος συγκρότησαν στρατοδικείο με σκοπό την καταδίκη και τον τυφεκισμό των πολιτικών τους αντιπάλων. Ότι η «Δίκη των εξ» υπήρξε παρωδία, ανάλογη των δικών της Μόσχας, με προαποφασισμένο αποτέλεσμα, φαίνεται ξεκάθαρα από μαρτυρίες της εποχής αλλά και την προσωπική επιστολή που απέστειλε ο Πάγκαλος, ως πρόεδρος της ανακριτικής επιτροπής, προς τον Βενιζέλο.

«Σεβαστέ μου πρόεδρε…κατα την εμήν πεποίθησιν θα καταδικασθούν και ασφαλώς θα τυφεκισθούν. […] Εζήτησαν ( οι Γονατάς-Πλαστήρας) την δική μου συνεργασίαν και επείσθην να αναλάβω το έργο της ανακρίσεως υπό τον όρο να κατευθύνω δικτατορικώς όχι μόνο αυτή αλλά και την όλην διαδικασίαν μέχρι της αναδείξεως των μελών του Στρατοδικείου.»

Το αυτό πιστοποιεί και η μαρτυρία του Χριστομάνου, υπουργού των κινηματιών, ο οποίος στα 1923 στην εφημερίδα Καθημερινή αναφέρει για τον ρόλο του Νικόλαου Πολίτη, υπουργού εξωτερικών των κινηματιών και συνδέσμου με τον Βενιζέλο τα εξής:

Όταν διετυπώθη στο υπουργικό συμβούλιο η πρότασις για εξορία των κατηγορουμένων, ο υπουργός εξωτερικών άρχισε να ωρύεται λέγοντας ‘θέλετε λοιπόν να επαναλάβουμε την κωμωδία της Κορσικής;’.

Αλλά ούτως η άλλως δεν θα μπορούσε να είναι δίκαιο ένα έκτακτο στρατοδικείο που συγκρότησαν ορκισμένοι πολιτικοί αντίπαλοι των κατηγορουμένων. Είναι ευνόητο. Ούτε και νόμιμη ήταν η «δίκη». Εκτός του γεγονότος ότι οι εξ δικάστηκαν από τους πολιτικούς τους αντιπάλους και όχι από ειδικό δικαστήριο, ολόκληρο το κατηγορητήριο ήταν μια πρόχειρη συρραφή δημοσιευμάτων βενιζελικών εφημερίδων καθ’ όλα έωλη νομικά.

Είναι χαρακτηριστικό πως η κύρια κατηγορία αυτή της παράδοσης Ελληνικού εδάφους στον εχθρό, όχι μόνο δεν μπορούσε να σταθεί γιατί απαιτούσε να αποδειχτεί δόλος των κατηγορουμένων αλλά ούτε με την νομική έννοια στεκόταν καθώς κανένα από τα εδάφη της περίφημης συνθήκης των Σεβρών δεν είχε προσαρτηθεί πραγματικά στην Ελληνική επικράτεια! Το κατηγορητήριο έπαιρνε ως βάση μια συνθήκη, που ουδέποτε επεκυρώθη από κανένα κοινοβούλιο, συνεπώς δεν απέκτησε ποτέ νομική ισχύ! Όπως γράφει στα απομνημονεύματα του ο Ζαβιτσιάνος, παλιός συνεργάτης του Βενιζέλου,

«Είναι καταπληκτική η επιπολαιότης με την οποία συντάχθηκε έγγραφον τόσο μεγάλης σοβαρότητας, ως η κατηγορία επί εσχάτη προδοσία. Αλλά είναι όχι λιγότερον καταπληκτικόν ότι τίποτε σχεδόν δεν έχει γίνει μετά μιαν εικοσαετίαν και πλέον προς αποκατάστασιν της αλήθειας.»

Πολιτικές συνέπειες τις δίκης

Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι συντάκτης του κατηγορητήριου ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου – μετέπειτα «γέρος της δημοκρατίας», σύμφωνα με την μυθολογία της βενιζελικής παράταξης. Σχεδόν εκατό χρόνια μετά, ο Άρειος Πάγος προχώρησε σε αναψηλάφηση της «δίκης» και αποκατέστησε ηθικά τους έξι. Ήταν μια αρχή, μένουν ακόμα πολλά να γίνουν για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Η λεγόμενη δημοκρατική παράταξη, δηλαδή η γραμμή κόμμα φιλελευθέρων- Πλαστήρας- Ένωση κέντρου- ΠΑΣΟΚ, κυριαρχώντας, επέβαλε το δικό της πολιτικό αφήγημα ως επίσημη εκδοχή της ιστορίας. Και η ενοχική δεξιά το αποδέχτηκε και το υιοθέτησε. Οι έξι πέθαναν αντιμετωπίζοντας το εκτελεστικό απόσπασμα με την στωικότητα του Σωκράτη. Ο Γούναρης είχε την ψυχραιμία να συντάξει την διαθήκη του αφήνοντας 1000 δραχμές – η μόνη του περιουσία – στην υπηρέτρια του και το πατρικό του στην αδελφή του. Ο Πρωτοπαπαδάκης είχε το χιούμορ να δώσει εντολή να πληρωθεί με δικά του λεφτά και το πρόστιμο – ναι, το στρατοδικείο επέβαλλε και πρόστιμα στους μελλοθάνατους (!) του Γούναρη. Και ο Στράτος είχε την ορθή κρίση να συμβουλεύσει τον υιό του να απέχει από την πολιτική, το επάγγελμα που κατά κανόνα επιπλέουν οι φελλοί. Χρόνια μετά, ο Πάγκαλος ανακρινόμενος από την βουλή παραδέχτηκε πως οι έξι ήταν αθώοι και οι εκτελέσεις έγιναν από πολιτική σκοπιμότητα. Παραδέχτηκε επιπλέον – και αυτό είναι πολύ σημαντικό – πως οι μετανοεμβριανές κυβερνήσεις εξέφραζαν την λαϊκή βούληση, εν αντιθέσει με τα μετέπειτα απειράριθμα κινήματα και πραξικοπήματα της βενιζελικής παράταξης.

Η ζημιά όμως είχε γίνει. Η δεξιά παράταξη έμεινε ακέφαλη και ηθικά στιγματισμένη. Οι Βενιζελικοί κυριάρχησαν πλήρως μέχρι το 1935, που η Κυβέρνηση Τσαλδάρη με υπουργό στρατιωτικών τον Μεταξά κατέστειλε το τελευταίο βενιζελικό πραξικόπημα. Αλλά ο εθνικός διχασμός δεν τελείωσε το ’35. Ο απόηχος των παθών της περιόδου 1915-22 φτάνει μέχρι τον εμφύλιο και από εκεί μέχρι τις μέρες μας. Η συζήτηση γύρω από το τι έγινε τότε συνεχίζει να εξάπτει. Το Γουδί δεν υπήρξε μόνο η μελανότερη σελίδα της νεώτερης ιστορίας μας. Υπήρξε και η απαρχή για την ηθική και ιδεολογική αιχμαλωσία της δεξιάς παράταξης. Η λεγόμενη δημοκρατική παράταξη, η κεντροαριστερά δηλαδή, έχτισε τον μύθο της πάνω στα πτώματα των έξι. Η δεξιά καταδικάστηκε να είναι αιωνίως απολογούμενη. Αυτή είναι η πιο σημαντική πολιτική συνέπεια της ψευτοδίκης των έξι.

Συνεπώς, και αυτό είναι που έχει σημασία για εμάς σήμερα, είναι να κατανοήσουμε πως αληθινή δεξιά δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει αν δεν αναθεωρηθεί ολόκληρη η νεώτερη ελληνική ιστορία.

Pin It on Pinterest

Social Media Auto Publish Powered By : XYZScripts.com