12.6 C
Athens
Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2021

Buy now

spot_img

Ενάντια στις μητέρες

Γράφει ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Η μεταπολιτευτική ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται, μεταξύ των άλλων, από την ολοκλήρωση της διαδικασίας μετάβασης από την «παραδοσιακή» μορφή οικογένειας στην νεωτερική. Κατά την μετάβαση αυτή, που επικυρώθηκε και θεσμικά με την νέα δομή του οικογενειακού δικαίου των πρώτων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, το παιδί αναγορεύεται σε επίκεντρο της οικογένειας. Το πρότυπο, που οι δυτικές κοινωνίες είχαν κατακτήσει ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, υιοθετείται πλέον πλήρως και από την ελληνική κοινωνία και περιλαμβάνει:

α) τον κάθετο περιορισμό της γονικής ανάμιξης στο δικαίωμα των νέων ανθρώπων να παντρεύονται,

β) την αντίληψη ότι ο γάμος γίνεται πια μια ένωση δύο ατόμων και όχι δυο σογιών (αν και στην νεοελληνική πραγματικότητα η αντίληψη αυτή εισήχθη μεν αλλά συχνά υπό αίρεση),

γ) την αντίληψη ότι στόχος του γάμου είναι η συντροφικότητα και όχι η γονική διευκόλυνση /διεκπεραίωση

δ) μια καινούργια εμμονή που εγκαθίσταται στον συλλογικό νεοελληνικό ψυχισμό και αφορά στην αθωότητα και στον ευάλωτο χαρακτήρα της παιδικής ηλικίας.

Αυτή ακριβώς η εμμονή υποκινεί μια όλο και αυξανόμενη, θα έλεγε κανείς, μανία σε σχέση με την ανατροφή του παιδιού και ιδιαίτερα σε σχέση με την επιρροή που ασκεί η μητέρα στην ανάπτυξη του, αφού έτσι κι αλλιώς εκείνη βρίσκεται πολύ πιο κοντά στο παιδί απ’ ότι ο πατέρας. Η «μέση» Ελληνίδα της μεταπολίτευσης, μπορεί να μην είναι και τόσο ενεργό μέλος της Ε.Γ.Ε. (Ένωση Γυναικών Ελλάδας) (αυτές οι δράσεις αφορούν μάλλον στα νεόκοπα μικροαστικά στρώματα που επιχειρούν επιτέλους την «έφοδο στον οικονομικό ουρανό»), όμως ενστερνίζεται, συνειδητά ή ασύνειδα, τα προτάγματα που θέτει το νεογέννητο, στην Ελλάδα, γυναικείο κίνημα. Η όσον το δυνατόν, ισότιμη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, τα κοινωνικά δικαιώματα της γυναικείας «μειονότητας» και η έστω «χαμηλόφωνη» σεξουαλική απελευθέρωση, είναι μερικά από τα φωναχτά αιτήματα. Αλλά υπάρχουν και σιωπηλά αιτήματα, στα οποία μάλιστα το νεοελληνικό γυναικείο κίνημα αντλώντας από τη παλαιότερη μητριαρχική παράδοση, δείχνει να έχει εντυπωσιακά αποτελέσματα. Τα αιτήματα αυτά αφορούν στην οικονομική διαχείριση των εισοδημάτων της οικογένειας και στην αποκλειστικότητα της ψυχοπνευματικής ανάπτυξης ανατροφής των παιδιών, από την μητέρα και μόνον. Ο νεοέλληνας σύζυγος, ακόμη και αν προσπορίζεται τα προς το ζην με λαμογίστικα τεχνάσματα (πράγμα καθόλου ασυνήθιστο), υποχρεούται στις πιο πολλές περιπτώσεις να καταθέτει τις χρηματικές εισροές του στην γυναίκα ταμία/οικονόμο. Η γυναίκα, συνήθως, ξέρει από διαχείριση, είναι «οικονόμα», «κάνει εκείνη τα κουμάντα της», είναι σχεδόν πάντα «σφιχτή» και, τουλάχιστον στην πρώτη μεταπολιτευτική φάση, μοιάζει με προτεστάντη μάνατζερ σε μια σπάταλη εταιρεία.

Η γυναίκα/οικονόμος, γνωρίζει βέβαια πολύ καλά ότι έτσι κι αλλιώς οι πόροι είναι περιορισμένοι, ιδιαίτερα όταν τα καταναλωτικά αιτήματα ευμάρειας και ευζωίας μπαίνουν όλο και πιο απαιτητικά από την τηλεόραση, τη γειτονιά και τους «πλούσιους» συγγενείς. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, η οικογένεια πρέπει να περιορίσει δραστικά τον αριθμό των απογόνων της, αν θέλει να συνεχίσει να απολαμβάνουν όλα τα μέλη της, όλο και περισσότερα καταναλωτικά αγαθά. Η παλιά διευρυμένη οικογένεια, δίνει σιγά σιγά τη θέση της στην εσωστρεφή, οικεία, ιδιωτική, συζυγική μονάδα. Η λατρεία της οικογενειακής ζωής, γύρω από την τηλεόραση, αλλά και όλο το πλαίσιο όπως προαναφέρθηκε, δίνει στη γυναίκα/μητέρα όλο και περισσότερο έλεγχο πάνω στην οικογένεια. Η μητέρα εξειδικεύεται πια στην παιδική ανατροφή και στην συναισθηματική παρηγοριά, οικοδομώντας την οικογένεια καταφύγιο, μακριά από έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο απρόσωπος, όλο και πιο ανταγωνιστικός. Η αλάνα των συγκρουσιακών παιχνιδιών, η γειτονιά, η ρυθμίζουσα κοινότητα, υποχωρεί και αντικαθίσταται από την περίκλειστη οικογένεια. Κοντολογίς, η γυναίκα/μητέρα ελέγχει και κηδεμονεύει το σπίτι έτσι που, πολύ συχνά, προβάλλεται στον παιδικό ψυχισμό ως το κυρίαρχο αρσενικό. Δεν έχει καμιά σημασία αν η κηδεμονία ασκείται κάτω από ένα γλυκερό κατευναστικό προσωπείο ή αν φτάνει μέχρι και να επιδεικνύεται με τον πλήρη ευνουχισμό του συζύγου. Το ισχυρό πρότυπο που καταγράφεται στην παιδική βιωματική εμπειρία είναι η κυριαρχική λειτουργία του θηλυκού. Η μητέρα θα θέσει, με αυστηρότητα, τα όρια στην παιδική και εφηβική ελευθεριότητα και ο πατέρας θα «τρυφερέψει», με αγκαλιές και χάδια, τα πληγωμένα παιδιά του. Κανένα Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, κανένα σύμπλεγμα της Ηλέκτρας, δεν «αφήνεται» να κάνει τη φροϋδική δουλειά του. Άλλωστε, ο ίδιος ο ΓΑΠ υπήρξε αποτέλεσμα αυτού του οικογενειακού προτύπου!

Μάλλον οφείλουμε σήμερα να ομολογήσουμε ότι τα όλο και φθίνοντα ποσοστά των γεννήσεων στην νεοελληνική κοινωνία, αντανακλούν αφενός τη νίκη των γυναικών εναντίον των συζύγων τους αλλά και τον δραστικό περιορισμό του γυναικείου ηδονιστικού τόνου, ακριβώς εξ’ αιτίας αυτής της αντιστροφής των «ρόλων» στο πλαίσιο της οικογένειας. Είναι, με αυτή την έννοια, μάλλον τραγικό να διαπιστώνει κανείς ότι: όσο η Ελληνίδα γυναίκα απελευθερώνεται σεξουαλικά, όσο αυξάνει ο ρόλος που διαδραματίζει μέσα στην οικογένεια, τόσο περιορίζεται η ηδονιστική της δυνατότητα να απολαμβάνει το σεξ. Και βέβαια τόσο η νευρωτική, κυριαρχική διάθεση της «χτυπάει κόκκινα»!

Όσο η (παλαιότερη) πατρική αυθεντία υποχωρεί και περιορίζεται στην άσκηση της εργασίας και ενδεχομένως στη συναισθηματική στήριξη των παιδιών απέναντι σε μια κυριαρχική και εξουσιαστική μητέρα, τόσο η γυναίκα/μητέρα θα αναζητήσει και νέα στηρίγματα στην άσκηση της κυριαρχίας της στην οικογένεια. Πρόκειται για το πασοκικό Θεραπευτικό κράτος (και παρακράτος) για να χρησιμοποιήσω τον όρο των Φίλιπ Ρίφ και Νίκολας Κίτρι. Όπως σωστά παρατηρεί ο Κρίστοφερ Λας «οι γυναίκες καλωσόρισαν την αντικατάσταση της μαμής στη γέννα από τους γιατρούς. Ο επαναπροσδιορισμός της εγκυμοσύνης ως ασθένειας, που χρήζει ιατρικής παρέμβασης, βοήθησε τις γυναίκες στην εκστρατεία τους υπέρ της εθελούσιας μητρότητας ρίχνοντας το κόστος της εγκυμοσύνης στους άντρες τους –όχι μόνο το χρηματικό κόστος αλλά και το συναισθηματικό κόστος της εισβολής του γιατρού στην κρεβατοκάμαρα, τον σφετερισμό εκ μέρους του των σεξουαλικών προνομίων του συζύγου. Μακροπρόθεσμα, παρ’ όλα αυτά, οι επαγγελματίες διεύρυναν τη δικαιοδοσία τους γύρω από την οικιακή ζωή όχι μόνο σε βάρος της πατριαρχικής αυθεντίας αλλά επίσης και σε βάρος του ελέγχου που μέχρι πρότινος ασκούσαν οι γυναίκες γύρω από τη γέννα, την ανατροφή του παιδιού και την οικιακή οικονομία. Γιατροί, ψυχίατροι, κοινωνικοί λειτουργοί, παιδικοί σύμβουλοι, και άλλοι ειδικοί ειρωνεύονταν το μητρικό ένστικτο, την οικιακή θεραπεία και τις εμπειρικές μεθόδους, υποστηρίζοντας την αντικατάσταση της λαϊκής παραδοσιακής σοφίας των γυναικών από νέες τεχνικές που βασίζονται στην επιστήμη και είναι κατανοητές μόνο από αυτούς που έχουν επαγγελματική κατάρτιση. Συμμαχώντας με τα επαγγέλματα παροχής βοήθειας, οι γυναίκες βελτίωσαν τη θέση τους στην οικογένεια μόνο για να πέσουν σε ένα νέο είδος εξάρτησης, την εξάρτηση του καταναλωτή από την αγορά και από τους παρόχους εξειδικευμένων υπηρεσιών όχι απλώς για την ικανοποίηση των αναγκών τους αλλά και για τον ίδιο τον ορισμό των αναγκών τους

Έτσι ακριβώς συνέβη και στην μεταπολιτευτική νεοελληνική κοινωνία. Οι πασοκικές κυβερνήσεις, αλλά και οι μισθωτοί έντυποι και τηλεοπτικοί «κονδυλοφόροι» τους, πρόσφεραν και με το παραπάνω στη γυναίκα το νέο είδος εξάρτησης που καθόριζε πια και τις ίδιες τις ανάγκες της. Η σεξουαλική απελευθέρωση της Ελληνίδας στη μεταπολίτευση, κινήθηκε σε δυο άξονες: την ιατρικοποίηση της σεξουαλικής πράξης αφενός και στη απέραντη εκλαϊκευμένη, δήθεν επιστημονική, φλυαρία για το θέμα. Ο σεξολόγος δρ. Ασκητής από τη μια μεριά και το Κλίκ/Νίτρο από την άλλη. Το δε πιο εξωφρενικό είναι (όπως παρατηρεί εύστοχα και ο Μισέλ Φουκώ) ότι «θεωρήσαμε όλοι πως λέγοντας ναι στο σεξ, λέγαμε όχι στην εξουσία»! Μα η πολιτική και οικονομική ελίτ έκανε απλά τη δουλειά της. Εκείνο που δεν πήραμε χαμπάρι είναι ότι η έκθεση της σεξουαλικής ζωής στην επιτήρηση της επιστήμης και στις συμβουλές των περιοδικών, ήταν ο καθοριστικός παράγοντας όχι για την απελευθέρωση της σεξουαλικότητας, αλλά για την ορθολογικοποίηση του συναισθήματος. Σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης η Λογική αναγορεύεται σε νέα θρησκεία και η οικονομική αποτελεσματικότητα (με κάθε μέσο και κόστος) σε Θεό. Το συναίσθημα κηρύσσεται ως ανορθολογισμός και ορίζεται σαν την μέγιστη αμαρτία της νέας θρησκείας. Το νέο ιερατείο που αναλαμβάνει την ιεραποστολή διάδοσης της νέας θρησκείας μέσα στην οικογένεια, δεν είναι άλλο από τη γυναίκα/μητέρα!

Εκείνη θα συμβουλεύσει το γιο της να είναι ανταγωνιστικός και «ξύπνιος» (και όχι σαν τον υποχωρητικό πατέρα του), εκείνη θα νουθετήσει την κόρη της να είναι «καπάτσα» και ευέλικτη, (για να μην καταλήξει «δούλα» όπως η ίδια)! Το οραματικό, δημιουργικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, η μεγάλη περιπέτεια της ίδιας της ζωής, θα καταδικαστεί στην κόλαση και οι μητέρες μας θα γίνουν οι ιέρειες της Λογικής. «Μην σκέφτεσαι ότι αισθάνεσαι, για να υπάρξεις» θα είναι το νέο οικογενειακό μότο!

Έτσι τώρα, στη θέση των παλαιών κανόνων ηθικής που ρύθμιζαν (καλώς και συχνά κακώς) την κοινωνική λειτουργικότητα μέχρι το τέλος, ουσιαστικά, της δικτατορίας, εμφανίζεται τώρα μια νέα μέθοδος κοινωνικής πειθαρχίας. Πρόκειται για ένα σύνολο ιατρικών και ψυχολογικών κανόνων απαλλαγμένων πλήρως από κάθε είδους ηθικά ερωτήματα. Για το αξιακό σύστημα της μεταπολίτευσης δεν υπάρχει κανένα ηθικό πρόβλημα αν κανείς δωροδοκείται, ενώ υπάρχει μείζον ψυχολογικό ζήτημα αν κανείς έχει πρόωρη εκσπερμάτιση! Προφανώς, για τον γυναικείο οργασμό δεν τίθεται θέμα, αφού έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν μπορεί να πιστοποιηθεί πρακτικά, αλλά και γιατί μοιάζει να είναι το εύλογο τίμημα που η γυναίκα θα καταβάλλει έναντι της κυριαρχίας που ασκεί στην οικογένεια. Εδώ ακριβώς βρίσκεται αυτό που ονομάσαμε προηγούμενα Θεραπευτικό κράτος. « Οι γιατροί, οι εγκληματολόγοι, οι κοινωνικοί λειτουργοί, οι ψυχίατροι, οι ψυχολόγοι, οι παιδαγωγοί, οι σύμβουλοι γάμου, οι ειδικοί της παιδικής ανάπτυξης, οι παιδίατροι, οι δικαστές σε δικαστήρια ανηλίκων », εν συντομία το σύγχρονο σύστημα κοινωνικής επανένταξης που δημιούργησε κατά βάσιν το ΠΑΣΟΚ – κυβέρνησαν την μεταπολιτευτική κοινωνία «με βάση όχι το δίκαιο αλλά την τεχνική, όχι τον νόμο αλλά την ομαλοποίηση, όχι τον κολασμό αλλά τον έλεγχο», όπως θα ορίσει πάλι ο Κρίστοφερ Νας.

Αλλά η οικογένεια είναι το πρώτο βήμα πολιτικοποίησης του ανθρώπου, μέσα από τις διαδικασίες συλλογικής/δημοκρατικής ή αυταρχικής λήψης των αποφάσεων της. Έτσι, αντιλαμβάνεται κανείς ποια είναι η σχετική βιωματική εμπειρία των παιδιών που μεγάλωσαν μέσα σε μια τέτοια οικογενειακή δομή. Μια περισσότερο ή λιγότερο φανερά κυριαρχική μητέρα, ένας υποτονικός ή απών πατέρας και μια πλειάδα ειδικών εντεταλμένων του θεραπευτικού (βλέπε εξουσιαστικού) κράτους, διαμόρφωσαν τελικά νέες μορφές εξάρτησης και αποθάρρυναν τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή. Το συμπέρασμα είναι ότι αυτή η εξέλιξη διάβρωσε τον παλαιότερο μηχανισμό λαϊκής συμμετοχής και επαναστατικότητας, την οικογένεια! Λες και οι «διευθυντές» του Θεραπευτικού κράτους, οι έντυποι και τηλεοπτικοί προωθητές/διακινητές των δήθεν απελεύθερων αντιλήψεων αλλά και οι μητέρες, σε μιαν ιδιότυπη συμμαχία, «εξημέρωσαν» μιαν κοινωνία που βρισκόταν (εδώ και αιώνες) σε διαρκή αντίσταση και την οδήγησαν σε βαθιά κρίση αυτοπεποίθησης. Φαίνεται, μάλιστα, πως είχε δίκιο ο Φρόϋντ όταν υποστήριζε «ότι η αυτονομία εδράζεται στην έντονη συναισθηματική ταύτιση με τους γονείς και έρχεται έπειτα από τρομερούς αγώνες για να ξεπεράσουμε την κατωτερότητα και την εξάρτηση». « Η εξασθένηση της πατρικής φροντίδας», συμπεραίνει, επίσης ο Κρίστοφερ Λας, «ακριβώς επειδή έχει αμβλύνει τη σύγκρουση πατέρων και γιων, καθιστά πολύ πιο δύσκολο για το παιδί να γίνει αυτόνομος ενήλικος ».

Η μεταπολιτευτική οικογένεια, «ευνούχισε» τα αρσενικά παιδιά αναπτύσσοντας το ναρκισσιστικό πρότυπο του «κάθομαι σπίτι, κάνω μπάφους και παίζω pro» και ενσωμάτωσε στα νεαρά κορίτσια το τεχνητό πέος μιας αναίσθητης και πονηρής καπατσοσύνης!

Αν απαλλαγούμε λοιπόν από τους, δήθεν, προοδευτικούς μυωπικούς φακούς μας, δεν μπορούμε παρά να δούμε ότι η σταδιακή διάβρωση της εξουσιαστικής πατρικής φιγούρας που επήλθε στη μεταπολιτευτική φάση της κοινωνίας μας, όχι μόνο δεν απελευθέρωσε το νεοελληνικό άτομο από εξωτερικούς καταναγκασμούς, αλλά το υποδούλωσε σε νέες δουλείες, ενώ ταυτόχρονα εξασθένησε τη θέληση του για αντίσταση και αυτονομία. Εδώ, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, ότι βρίσκεται και η απάντηση στο μεγάλο ερώτημα της παθητικοποίησης και αδράνειας της κοινωνίας μας, απέναντι στην κρίση και τις συνέπειες της.

Το ναρκισσιστικό νεοελληνικό άτομο που βρίσκεται εγκλωβισμένο στην παγίδα του αυτονόητου δικαιώματος, το άτομο που θεωρεί ότι μπορεί να έχει ότι θελήσει, αλλά και το μεταιχμιακό άτομο (η άλλη όψη του διαταραγμένου νεοελληνικού «νομίσματος») που διαρκώς εγκαταλείπει μην τυχόν και εγκαταλειφθεί, που ζει υπό την συνεχή απειλή και φόβο του «μην τυχόν», έχουν τις γενεσιουργές τους ρίζες στο φαινόμενο που αναλύθηκε προηγούμενα. Με δυο λόγια (εισαγωγικά για επόμενο άρθρο μας) αν «οι μη προνομιούχοι» ως πολιτική πρόταση, ήταν η αποθέωση του κοινωνικού ναρκισσισμού, οι μνημονιακές πολιτικές είναι το αποκορύφωμα της μεταιχμιακής/μεθοριακής κοινωνικής διαταραχής…

Κι όσο κι αν μια γλυκερή συναισθηματικούρα, ένα μητρικό εσωτερικό άγκιστρο, μας εμποδίζει να ασκήσουμε την κατάλληλη κριτική στο οικογενειακό πρότυπο που μας εξέθρεψε, οφείλουμε να υπερβούμε αυτό το καταστροφικό οικογενειακό μοντέλο, τουλάχιστον για χάρη των παιδιών των παιδιών μας…

Αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του περιοδικού Manifesto, http://www.manifestomag.gr/

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014.

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ακολουθήστε μας

14,047ΥποστηρικτέςΚάντε Like
517ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
332ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
3,500ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Διαφήμιση -spot_img

ΤΑ ΠΙΟ ΠΡΟΣΦΑΤΑ